Την Τετάρτη, στις 2 Νοεμβρίου 2011, πραγματοποιήθηκε στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών από την Ένωση Ελλήνων Νομικών εκδήλωση για την ανωνυμία στο Διαδίκτυο. Αφορμή για την οργάνωση της εκδήλωσης αυτής ήταν η απόφαση του υπουργού Δικαιοσύνης (8-8-2011) να συστήσει ειδική νομοπαρασκευαστική επιτροπή για ”τον εξορθολογισμό των διατάξεων που αφορούν το ηλεκτρονικό έγκλημα και την αποτελεσματική προστασία των θυμάτων, καθώς και των διατάξεων που αφορούν τις περιπτώσεις αναγκαίας άρσης του απορρήτου”.

Οι ομιλητές ήταν οι: Ιγγλεζάκης Ιωάννης, διδάσκων στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ, Τσόλιας Γρηγόρης, δικηγόρος, ΜΔ ποινικών επιστημών, Νούσκαλης Γεώργιος, δικηγόρος και λέκτορας στο ΑΠΘ και Λαμτζίδης Μανόλης, δικηγόρος, τέως πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου Θεσσαλονίκης.

Πριν περάσουμε στις ομιλίες, να διευκρινίσουμε το ότι η ανώνυμη έκφραση προστατεύεται σε γενικό επίπεδο στα πλαίσια της ελευθερίας της έκφρασης, η οποία είναι κατοχυρωμένο ατομικό δικαίωμα τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο. Η υποχρέωση δήλωσης στοιχείων εκ των προτέρων για να μπορέσει κανείς να εκφράσει γνώμες θεωρείται περιορισμός του δικαιώματος αυτού, εδώ και πολύ καιρό από τη νομική θεωρία. Σύμφωνα με την θεωρία τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως αυτό της ελευθερίας της έκφρασης, περιορίζονται μόνο σε πολύ συγκεκριμένες περιπτώσεις και, ακόμη και τότε, με συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, περιορίζονται σε περίπτωση που υπάρχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος ή σε περίπτωση που με την άσκησή τους πλήττεται κάποιο άλλο, εξίσου σημαντικό δικαίωμα. Αλλά και πάλι, οι περιορισμοί θα πρέπει να πληρούν τις εξής προϋποθέσεις: 1)Να μην υπάρχει άλλο, ηπιότερο μέσο που να ικανοποιεί και αυτό τον ίδιο σκοπό για τον οποίο θεσπίζουμε τον περιορισμό. 2)να μην είναι ο περιορισμός τέτοιας φύσης που να εμποδίζει εντελώς την άσκηση του δικαιώματος-να μην θίγεται ο πυρήνας του δικαιώματος, όπως λένε.

Ο πρώτος εκ των ομιλητών, Ι. Ιγγλεζάκης, με τίτλο της ομιλίας του “Ελευθερία έκφρασης και ανωνυμίας στο διαδίκτυο” ήταν της γνώμης ότι είναι συνταγματικό να δηλώνουν οι διαχειριστές των ιστολογίων τα στοιχεία τους, όχι όμως και οι συντάκτες ή οι εκάστοτε σχολιαστές.[σημ. 1 : μεταφέρω εδώ με κάθε επιφύλαξη το παρόν δημοσίευμα αναφορικά με τις απόψεις των ομιλητών, διότι αν και είμαι γνωστός ή και φίλος με αυτούς, δεν ήμουν παρών στην εν λόγω εκδήλωση ] Αναφέρθηκε στην υποχρέωση που ήδη υπάρχει για τους εκδότες των εφημερίδων, με τους οποίους θεωρεί αντίστοιχους τους διαχειριστές ιστολογίων. (Βέβαια, οι εφημερίδες υπάγονται στην κατηγορία του Τύπου και για τον τύπο δικαιολογούνται συγκεκριμένα μέτρα από την πλευρά του κράτους. Αντίθετα τα ιστολόγια είναι αμφίβολο εάν θα πρέπει να υπαχθούν στην ίδια κατηγορία, και μάλιστα σύμφωνα με πολύ πρόσφατη νομολογία ελληνικά δικαστήρια τάσσονται κατά της άποψης αυτής. Η απόφαση αυτή θα αναφερθεί από τον τελευταίο εκ των ομιλητών.) Σύμφωνα με τον ομιλητή, τα μέτρα δικαιολογούνται από τον ενημερωτικό-πληροφοριακό χαρακτήρα των ιστολογίων. Ακόμη, ο περιορισμός αυτός του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης και της πληροφοριακής αυτοδιαχείρισης χωρεί, γιατί υπάρχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος που τον επιβάλλουν. Βέβαια,το δημόσιο συμφέρον είναι μια έννοια πολύ γενική και καλό θα ήταν να εξηγηθεί πιο ειδικά ποιό το συμφέρον του να κατονομάζονται άνθρωποι που ασκούν, μέσω του διαδικτύου, κριτική στα εκάστοτε δημόσια πρόσωπα. Ο ομιλητής αναφέρθηκε συγκεκριμένα στο ενίοτε δυσφημιστικό περιεχόμενο πολλών ιστολογίων, λέγοντας ότι αυτό είναι που καθιστά αναγκαίο έναν τέτοιο περιορισμό.

Ο δεύτερος ομιλητής Γ. Τσόλιας με την ομιλία του με τίτλο ”Τέλεση εγκλημάτων και ανωνυμία στο διαδίκτυο. Νομικά και τεχνικά ζητήματα”, άφησε επίσης μια εντύπωση υπέρ της ρύθμισης με ”άνοιγμα” του καταλόγου των αδικημάτων για τα οποία θα δικαιολογείται άρση της ανωνυμίας καθώς και υπέρ της δήλωσης στοιχείων εκ των προτέρων. Για το τελευταίο αναγνώρισε (όπως και η θεωρία εδώ και καιρό) ότι θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, της ελεύθερης επικοινωνίας και της πληροφοριακής αυτοδιαχείρισης, αλλά κρίνει ότι δικαιολογείται κάτι τέτοιο, καθώς πολλοί ασκούν αυτά τα δικαιώματα καταχρηστικά και παραβιάζοντας δικαιώματα άλλων. Αναφέρθηκε στο καθεστώς που υπάρχει σε άλλες χώρες, πχ στη Γαλλία που η ανωνυμία αίρεται σε περίπτωση παραβίασης ”πνευματικών δικαιωμάτων” ή στη Λευκορωσία που για λόγους ασφάλειας/δημοσίου συμφέροντος καταγράφονται τα στοιχεία διαχειριστών site και στα ίντερνετ καφέ επιδεικνύεις ταυτότητα, το ίδιο και στην Ιταλία, που χρησιμοποιείς τα ίντερνετ καφέ και εκάστοτε wi-fi με δήλωση στοιχείων. [σημ. 2 : προσωπική εμπειρία μεταφέρω ότι τέτοια δήλωση στοιχείων μου ζητήθηκε σε ιντερνετ καφε στο Παρίσι προ λίγων ετών και σε ερώτηση-διαμαρτυρία μου η κοπέλα του καφέ μου είπε ότι της το επιβάλλουν λόγω ... τρομοκρατίας... ] Πέρασε στην Ελλάδα, αναφερόμενος στη γνωστή γνωμοδότηση Σανιδά που υποστήριξε ότι πρέπει να αίρεται το απόρρητο για τα πλημμελήματα της δυσφήμισης και της εξύβρισης. Δήλωσε ότι προσωπικά δεν συμφωνεί, αλλά μπορεί να γίνει δεκτό από νομικής άποψης κάτι τέτοιο. Ο λόγος είναι ότι, αν και γενικώς τα πλημμελήματα αυτά δεν συνιστούν επιτρεπτό (ιδιαίτερα σοβαρό κλπ) λόγο για να περιοριστεί κάποιο δικαίωμα, ειδικά στην περίπτωση του ίντερνετ, με την ιδιαίτερη φύση του, η οποία διαδίδει την εκάστοτε εξύβριση ή δυσφήμιση κυριολεκτικά παντού, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι εμπίπτουν στην κατηγορία του ιδιαίτερα σοβαρού εγκλήματος -θα μπορούσαν να θεωρηθούν ακόμη και ιδιώνυμο έγκλημα όταν τελούνται μέσω του διαδικτύου (ιδιώνυμο είναι το έγκλημα που τιμωρείται πιο βαριά σε συγκεκριμένες περιπτώσεις). Ακόμη, σύμφωνα με τον δεύτερο ομιλητή, στον κατάλογο εγκλημάτων για τα οποία επιτρέπεται η άρση του απορρήτου θα έπρεπε να προστεθούν και η υποκλοπή, η παραβίαση απορρήτου, η απάτη. Πάντως προσέθεσε ευσυνείδητα ότι, ακόμη κι αν θεωρηθεί δεκτός ο περιορισμός σε επίπεδο εθνικού συνταγματικού δικαίου, υπάρχουν πάντα οι οδηγίες της ευρωπαϊκής ένωσης, δεσμευτικές για την Ελλάδα, οι οποίες παρέχουν μεγαλύτερη προστασία. Σύμφωνα με αυτές προστατεύεται μια ευρύτατη έννοια της επικοινωνίας, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και η προστασία του απορρήτου των δεδομένων κίνησης και θέσης (π.χ η διεύθυνση IP) (οδηγία 24 του 2006, το ίδιο προβλέπεται και στον ελληνικό νόμο Ν.3471/2006), οι οποίες ίσως να δημιουργήσουν προσκόμματα σε τέτοιες ρυθμίσεις. Σε αντίλογο, πάντα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ανέφερε και την υπόθεση Κ.Υ κατά Φινλανδίας, η οποία φαίνεται πως απαντά στα προσκόμματα των οδηγιών για την προστασία των δεδομένων κίνησης με την προστασία των δεδομένων κίνησης και θέσης, αναγνωρίζοντας εξαιρέσεις. Στην εν λόγω υπόθεση η Φινλανδία καταδικάστηκε επειδή παραβίασε την υποχρέωσή της να προστατέψει, ως κράτος, τα δικαιώματα των πολιτών της. Η παραβίαση αυτή έγκειτο στο ότι η Φινλανδία ως κράτος δεν υποχρέωσε τους παρόχους να δώσουν συγκεκριμένα στοιχεία (μια ip διεύθυνση για την ακρίβεια) ενώ αυτό ήταν απαραίτητο για την προστασία του πολίτη. Διευκρινίστηκε πάντως ότι, στην εν λόγω υπόθεση επρόκειτο για ένα δωδεκάχρονο αγόρι, του οποίου την φωτογραφία και τα στοιχεία έβαλε κάποιος σε σάιτ γνωριμιών για ομοφυλόφιλους, και τονίστηκε από το δικαστήριο η ειδική μεταχείριση της υπόθεσης λόγω των συνθηκών και της ανηλικότητας.

Ο τρίτος ομιλητής ήταν ο Γ. Νούσκαλης. Η ομιλία του είχε τίτλο “Ποινικοδικονομικός καταναγκασμός χωρίς αξιόποινη πράξη”. Πραγματευόταν το πώς οι αλλαγές που δρομολογούνται, με τη λογική βάση που χρησιμοποιείται για να δικαιολογηθούν, καθιστούν εκ των προτέρων ύποπτο έναν πολίτη χωρίς να έχει κάνει τίποτα επιλήψιμο και χωρίς να έχει προκαλέσει την παραμικρή υποψία πως έχει τελέσει αδίκημα. Το μοντέλο αυτό στοχοποιεί την πλειοψηφία και θεσπίζει τον προληπτικό ποινικοδικονομικό καταναγκασμό, αντί του κατασταλτικού (αυτό σημαίνει ότι ο κρατικός καταναγκασμός ενεργοποιείται προληπτικά, πριν κάνεις κάτι, για να μην το κάνεις-όλοι καταλαβαίνουμε πόσο χωλαίνει μια τέτοια λογική), με κριτήριο την ασφάλεια της κοινωνίας, περιορίζοντας την ελευθερία πάλι όλης της κοινωνίας. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με τον Γ. Νούσκαλη, το δικαίωμα που διακυβεύεται είναι μια νέα μορφή ιδιωτικότητας που έχει έννοια κοινωνική (άλλοι ονομάζουν το δικαίωμα πληροφοριακό αυτοκαθορισμό/αυτοδιάθεση). Το δικαίωμα αυτό θίγεται από οποιαδήποτε μορφή επεξεργασίας των δεδομένων κίνησης και θέσης και μόνο κατ’ εξαίρεση και σύμφωνα με τις προϋποθέσεις της θεωρίας πρέπει τέτοια επεξεργασία να συμβαίνει. Στην πράξη, δηλαδή, η διατήρηση στοιχείων διαχειριστών κλπ από τους παρόχους που δρομολογεί ο νέος νόμος, είναι παράνομη. Ουσιαστικά, πρόκειται για καταστρατήγηση του τεκμηρίου αθωότητας (το τεκμήριο αθωότητας αποτελεί βασική αρχή του ποινικού δικαίου και των ατομικών δικαιωμάτων κι έγκειται στο απλό αξίωμα πως θεωρείσαι αθώος μέχρις αποδείξεως του εναντίου) και αποτελεί πράξη καταστολής, μια προληπτική πράξη καταστολής. Επιπλέον, η καταστολή αυτή βασίζεται στο φρόνημα, γιατί ο λόγος που ενεργοποιείται είναι οι απόψεις και η έκφρασή τους. (Η ποινικοποίηση φρονημάτων θεωρείται φυσικά απαράδεκτη σε κάθε χώρα που θέλει να ονομάζεται δημοκρατία). Ο ομιλητής χαρακτήρισε τη διατήρηση αυτή των στοιχείων μυστική ανακριτική πράξη, φυσικά παράνομη και αντισυνταγματική, αφού υπάρχει η στοχοποίηση της πλειοψηφίας κι ο κατασταλτικός περιορισμός δικαιωμάτων χωρίς τελεσθέν έγκλημα.

Τελευταίος μίλησε ο Μανόλης Λαμτζίδης, και η ομιλία του είχε τίτλο ”Ελευθερία στο Διαδύκτιο. Όχι σε κοινωνίες γενικευμένης επιτήρησης”. Όπως καταδεικνύει ο τίτλος, βασικό θέμα της ήταν η γενικευμένη επιτήρηση μέσω της τεχνολογίας και πιο συγκεκριμένα η γενικευμένη επιτήρηση του διαδικτύου. Με συνεχείς αναφορές στο “1984” του Όργουελ τόνισε της ομοιότητες της επιτήρησης αυτής με την επιτήρηση του ”μεγάλου Αδελφού” στο βιβλίο. Ακόμη κατέστησε την προσοχή των ακροατών στην συγκυρία της συγκεκριμένης νομοθετικής πρωτοβουλίας εν μέσω κρίσης και αναταραχών, κι έκανε την παρατήρηση ότι έχει δοθεί ήδη κατεύθυνση προς τα μέλη της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής για διεύρυνση του καταλόγου των αδικημάτων για τα οποία θα αίρεται το απόρρητο. Οι βασικοί άξονες της ομιλίας του ήταν το πόσο στενά συνδεδεμένη είναι η ανωνυμία στο διαδίκτυο με τα θεμελιώδη δικαιώματα και το ότι το διαδίκτυο πρέπει να αντιμετωπιστεί κάτω από ένα καινούριο πρίσμα αφού πρόκειται για εντελώς καινοτόμο μέσο. Μίλησε και για την απόφαση του Πρωτοδικείου Πειραιά που διαφοροποιεί τα blogs από τον τύπο, καθώς δεν είναι η διάδοση της πληροφορίας αυτοσκοπός τους, αλλά η επικοινωνία, επικροτώντας την. Όπως αναφέραμε πιο πάνω, η απόφαση αυτή (4980/2009) αποτελεί την πιο πρόσφατη νομολογία στη χώρα η οποία δεν υπάγει τα ιστολόγια στην κατηγορία του τύπου.

Αυτό που τόνισαν όλοι ανεξαιρέτως οι ομιλητές είναι η πρακτική δυσκολία της άρσης της ανωνυμίας στο διαδίκτυο, αναφέροντας ότι έχει ήδη αποτύχει σε χώρες που προσπάθησαν να την εφαρμόσουν όπως η Κίνα και λέγοντας πως η τεχνολογία θα βρίσκεται για πολύ καιρό ένα βήμα μπροστά από τους νόμους.

Όσον αφορά τις παρεμβάσεις του κοινού στο τέλος ήταν δυναμικές και πολύ ενδιαφέρουσες. Οι παριστάμενοι ακροατές στηλίτευσαν την απουσία από την νομοπαρασκευαστική επιτροπή εκπροσώπων οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, οργανώσεων δικαιωμάτων, εταιριών παροχής υπηρεσιών διαδικτύου και άλλων φορέων. Συγκεκριμένα ο πρόεδρος της ένωσης καταναλωτών, που είναι και δικηγόρος στο Δ.Σ.Α άσκησε δριμεία κριτική για τα μέλη της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής. Όλοι σχεδόν όσοι πήραν το λόγο από το ακροατήριο, ανέφεραν τις νέες προοπτικές στον τομέα της έκφρασης και της επικοινωνίας που προσφέρει το ίντερνετ δίνοντας ευκαιρία και τρόπο πληροφόρησης και έκφρασης ανεξάρτητα από οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό στάτους, μόρφωση κλπ, προοπτικές που θα περιοριστούν. Μία δικηγόρος κάλεσε τον Γ. Τσόλια να πάρει σαφή θέση υπέρ ή κατά της γνωμάτευσης του εισαγγελέα, την οποία χαρακτήρισε παράνομη, γιατί η εξύβριση και η δυσφήμιση δεν μπορούν να θεωρούνται σοβαρά εγκλήματα και να περιορίζουν θεμελιώδη δικαιώματα. Αναφέρθηκε και στη θέση της ΑΔΑΕ (Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών) κατά των γνωμοδοτήσεων Σανιδά και Τέντε. Καταχειροκροτήθηκε από τους λοιπούς ακροατές, αμέσως μετά όμως ο ίδιος ο πρόεδρος της ΑΔΑΕ παρέμβη και προσπάθησε να μετριάσει την εντύπωση όσων είπε, λέγοντας πως πρέπει να σκεφτόμαστε θετικά και να εμπιστευόμαστε τη διοίκηση όσον αφορά τη νομοπαρασκευαστική και το νόμο, και ότι καλό θα ήταν να δούμε πώς θα λειτουργήσει, και τέλος ότι μια γνωμοδότηση είναι απλά μια γνώμη και δεν μπορεί να χαρακτηριστεί παράνομη. Το ίδιο απάντησε και ο Τσόλιας, στον οποίο είχε απευθυνθεί η ερώτηση. Ότι δηλαδή η γνωμοδότηση είναι απλά γνώμη, μην απαντώντας στην ίδια δικηγόρο που αντέταξε ότι υπάρχουν εισαγγελείς και δικαστές που την εφαρμόζουν κι αναφέρονται σε αυτήν στην πράξη. Το λόγο πήρε κι ένας blogger, ο οποίος κατέκρινε την απουσία εκπροσώπου των ιστολογίων από τη νομοπαρασκευαστική επιτροπή, ενώ ακούστηκε και η πρόταση να μπει το σχέδιο νόμου σε δημόσια διαβούλευση. Το ακροατήριο, που ως επί το πλείστον διέθετε νομική κατάρτιση, φανερά έπαιρνε θέση υπέρ της μη άρσης της ανωνυμίας για τους λόγους που επεξεργάζεται η επιτροπή, και κατακρίθηκε ιδιαίτερα η αντιστοιχία ιστολογίων και εφημερίδων, και ξεχωριστά επίσης κατακρίθηκε η αντιστοιχία του εκδότη της εφημερίδας (ο οποίος έχει μια επιχείρηση) με τους διαχειριστές ιστολογίων. Μετά την εκδήλωση αρκετοί blogger στο διαδίκτυο αναφέρθηκαν σε αυτήν και στη νομοπαρασκευαστική παραπονούμενοι ότι τα θεσμικά όργανα αποφασίζουν γι’ αυτούς χωρίς αυτούς.